ευδιάγνωστος

-η, -ο (ΑΜ εὐδιάγνωστος, -ον)
1. αυτός ο οποίος αναγνωρίζεται εύκολα
2. (για νόσο) εκείνη τής οποίας είναι εύκολη η διάγνωση
3. πολύ γνωστός, πασίγνωστος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + δια-γνωστός (< δια-γιγνώσκω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐδιάγνωστος — easy to distinguish masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδιαγνωστότατον — εὐδιάγνωστος easy to distinguish masc acc superl sg εὐδιάγνωστος easy to distinguish neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδιάγνωστον — εὐδιάγνωστος easy to distinguish masc/fem acc sg εὐδιάγνωστος easy to distinguish neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδιαγνώστοις — εὐδιάγνωστος easy to distinguish masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδιαγνώστους — εὐδιάγνωστος easy to distinguish masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδιαγνώστων — εὐδιάγνωστος easy to distinguish masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδιάγνωστα — εὐδιάγνωστος easy to distinguish neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδιάγνωστοι — εὐδιάγνωστος easy to distinguish masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.